ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ: Συγκλονιστικές μαρτυρίες!-«Γιώργη, Γιώργη αδελφέ, φύγετε, μας έσφαξαν οι Τούρκοι» (ΦΩΤΟ-ΒΙΝΤΕΟ)

0
82

Παιδιά, γυναίκες, άνδρες, νέοι και γέροι. Κανείς δεν γλίτωσε από τη δολοφονική μανία των Τούρκων και όσων τους βοήθησαν να διαπράξουν τη δεύτερη και σκληρότερη φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Και από εκείνους που δεν δολοφονήθηκαν και γλίτωσαν από τις πορείες θανάτου, πολλοί κακοποιήθηκαν με τρόπους που φυσιολογικού ανθρώπου νους δεν μπορεί να συλλάβει − νεαρά κορίτσια και γυναίκες ατιμώνονταν σχεδόν καθημερινά από στρατιώτες που απολάμβαναν τον εξευτελισμό τους.

Μωρά αρπάζονταν από τις αγκαλιές των μανάδων τους, και εάν δεν τα θανάτωναν αμέσως, τα βασάνιζαν και στο τέλος τα έκαιγαν ζωντανά. Και ενώ οι μανάδες αργοπέθαιναν από τον ανείπωτο πόνο, οι φονιάδες γελούσαν από χαρά.

Η φυλακή ήταν μονόδρομος για τους «τυχερούς» άνδρες που δεν κρεμάστηκαν. Εκεί έπεφταν θύματα ξυλοδαρμού και βασανισμού. Οι κρεμάλες για τους Πόντιους στήνονταν οπουδήποτε. Εξάλλου η ζωή τους δεν είχε καμία αξία, και ο τόπος έπρεπε να καθαρίσει από τους γκιαούρηδες…

Και όταν τελείωσε η «ερυθρά σφαγή», άρχισε η «λευκή»: Λεηλασίες περιουσιών και πυρπολήσεις χωριών. Τίποτα δεν άφηναν όρθιο στο πέρασμά τους οι δολοφόνοι. Εκείνοι που έφευγαν κυνηγημένοι από το θάνατο, εάν κατάφερναν να φτάσουν κάπου είχαν να αντιμετωπίσουν κακουχίες που συχνά οδηγούσαν και αυτές στο θάνατο. Στον φυσικό, γιατί ο άλλος, εκείνος της καρδιάς, είχε ήδη επιτευχθεί.

Οι μαρτυρίες που διασώθηκαν από τις μαύρες σελίδες της ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού δεν αφήνουν καμία απορία. Οι Έλληνες του Πόντου έπεσαν θύματα Γενοκτονίας από τους Οθωμανούς Τούρκους και τους συνεργούς τους, στο πλαίσιο ενός σχεδίου που πολύ νωρίτερα είχε προσυπογράψει η ναζιστική Γερμανία. Ο πόνος ήταν και παραμένει ανείπωτος.

Διαβάστε και δείτε μερικές μαρτυρίες, τις οποίες συνέλεξε το pontos-news.gr:

Ο Γεώργιος Σταμπολίδης στο ημερολόγιό του που μας άφησε, περιγράφει τα γεγονότα:

Ήμουν γατσάχ (φυγόστρατος) μαζί με τον Μεχτερίδη Γιάννη και κρυβόμασταν έξω από το χωριό. Μας κυνηγούσαν οι Τούρκοι για να μας πάνε στο στρατό. Δεν ξέραμε τι είχε συμβεί στο χωριό Χερίζ Νταγ.

Το βράδυ, με πολλές προφυλάξεις πλησιάσαμε το χωριό. Ακούγαμε τα σκυλιά να γαυγίζουν, τα πρόβατα να βελάζουν και ανησυχήσαμε. Τρελαθήκαμε από την αγωνία μας να μάθουμε τι συμβαίνει.

Χάσαμε τον εαυτό μας, όταν καθώς πλησιάσαμε με προφυλάξεις, ακούσαμε βογγητά. Ήταν από το πηγάδι, που ήταν γεμάτο με σώματα ανθρώπων.

Πλησιάσαμε και τραβήξαμε τις πέτρες που τους πλάκωναν. Αυτοί που ήταν πάνω-πάνω, είχαν ακόμη τις αισθήσεις τους. «Τι έγινε;» φωνάξαμε.

«Γιώργη, Γιώργη αδελφέ, φύγετε, μας έσφαξαν οι Τούρκοι», άκουσα ξεψυχισμένη τη φωνή της αδερφής μου Σαββαδελής.

«Πού είναι οι άλλοι;» «Στο βουνό», πρόλαβε να πει και έσβησε.

Τρέξαμε βιαστικά στα σπίτια μας. Ήταν ερειπωμένα και μισοκαμμένα. Ψάξαμε αμέσως να βρούμε τρόφιμα, τα φορτωθήκαμε και τραβήξαμε κατά το βουνό. Περίπου υπολογίσαμε πού κρύβονταν. Καθώς προχωρούσαμε, βρήκαμε μια γυναίκα μέσα σε μια σπηλιά και μάθαμε τα γεγονότα. […]

Οι Τούρκοι που μας χτύπησαν στο Κιζολτουρέν, δεν ήταν οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Ήταν τσέτες Τούρκοι από τα γύρω τουρκικά χωριά, που τους είχε οπλίσει ο Κεμάλ. Ο Τοπάλ Οσμάν μετά από την καταστροφή του Χερίζ Νταγ τράβηξε για το χωριό Κιρκχαρμάν, όπου κι εκεί είχαμε πολλούς συγγενείς.

Κύκλωσε το χωριό με τους τσέτες του και έμασε τον κόσμο σε τέσσερα μεγάλα σπίτια. Λεηλάτησαν και λήστεψαν όλα τα σπίτια, άρπαξαν ό,τι ήθελαν και άρχισαν τις απάνθρωπες πράξεις τους.

Τις νεαρές γυναίκες τις αιχμαλώτισαν και τις έστειλαν στις μεγάλες πόλεις και τους νέους τους έστειλαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού). Οι υπόλοιποι άνδρες, γυναίκες και παιδιά συνωστισμένοι στα τέσσερα σπίτια έκλαιγαν γοερά και οι σπαρακτικές κραυγές τους ακούγονταν σ’ όλο το χωριό. Οι Τούρκοι γελούσαν σαρκαστικά.

Έριξαν χειροβομβίδες από τα παράθυρα και αιματοκύλησαν τους άμοιρους που ήταν μέσα. Μετά πότισαν με πετρέλαιο τους τοίχους των σπιτιών κι έβαλαν φωτιά. Λαμπάδιασαν τα σπίτια και φούντωσαν από το καπνό.

Καίγονταν ζωντανοί άνδρες και γυναίκες. Οι μητέρες έριχναν από τα παράθυρα τα παιδιά τους έξω σε μια ύστατη προσπάθεια να τα σώσουν.

Πολλές γυναίκες προσπάθησαν να πέσουν με τα παιδιά τους από τα παράθυρα για να γλιτώσουν. Οι Τούρκοι τις πυροβολούσαν και τις αποτελείωναν. Γελούσαν, κάγχαζαν και διασκέδαζαν με το αποτρόπαιο έργο τους.

Όσοι σώθηκαν, ήρθαν στην Ταζλού και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους μάς τα διηγήθηκαν με λυγμούς. Κι εκείνες τις καταραμένες ώρες νιώσαμε κάτι το περίεργο:

Δεν σκεφτόμασταν τους ανθρώπους μας που χάθηκαν, παρά μόνον τους εαυτούς μας και ευχαριστούσαμε το Θεό για τη σωτηρία μας. (Πηγή: Αναστάσιος Λ. Σταμπουλίδης, Βατόλακκος: Οι ρίζες μας, εκδ. Ινφογνώμων.)

Σκοτώσαμε τα παιδιά μας!…

Μια δραματική ιστορία που γράφτηκε στο βουνό Μπογαλή.

Ο τουρκικός στρατός μάς είχε περικυκλώσει. Όλο το βουνό και οι χαράδρες σείονταν από τις εκρήξεις και τους πυροβολισμούς. Οι Τούρκοι μπήκαν στο δάσος κι άρχισαν να το χτενίζουν. Μας είχαν ζώσει απ’ όλες τις μεριές. […]

Ο καπετάν Γιώργης (Κοτζάμπιγικ, Μεγαλομύστακας) αποφάσισε να κρυφτούμε όλοι μαζί –άνδρες, γυναίκες και παιδιά– μέσα σε σπήλαια του φαραγγιού. Τα παιδιά όμως θα πρόδιδαν τη θέση μας. Τα μωρά έκλαιγαν, και άλλα, μεγαλύτερα, ήταν άρρωστα και έβηχαν. Ο έσχατος κίνδυνος στάθηκε απάνω από τα κεφάλια μας.

Η οδυνηρή απόφαση πάρθηκε: Να σκοτώσουμε τα μωρά και τα παιδιά που έβηχαν.

Μίλησε πρώτος ο αρχηγός. Με φωνή τρεμάμενη ανακοίνωσε την απόφαση και προέτρεψε τις μανάδες και τους πατεράδες να κάνουν κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους: να σκοτώσουν τα ίδια τα παιδιά τους.

Οι γυναίκες άρχισαν να κλαίνε και να θρηνολογούν σφίγγοντας τα παιδιά στην αγκαλιά τους. «Χωριανοί», είπε, «ακούστε με. Κι εγώ πονάω, όπως πονάτε κι εσείς. Σε λίγο όμως κανείς μας δεν θα είναι ζωντανός. Οι Τούρκοι πλησιάζουν. Δεν πρέπει να μας βρουν. Είσαστε νέοι και θα αποκτήσετε κι άλλα παιδιά, που θα τα μεγαλώσετε σαν άξιοι γονείς. Σφίξτε την καρδιά σας και ο Θεός ας μας συγχωρέσει.

»Έχω κι εγώ παιδί. Θα αρχίσουμε από το δικό μου. Πάρτε το, γιατί δεν το λέει η καρδιά μου να σκοτώσω το παιδί μου».

Μια βουβαμάρα απλώθηκε στο πονεμένο πλήθος. Ο καθένας έκανε κόμπο τον πόνο του και ακολούθησαν το παράδειγμα του αρχηγού. Παράδωσαν τα παιδιά στους άνδρες που τους ανατέθηκε να παίξουν τον άχαρο ρόλο του εκτελεστή-δήμιου. Αυτοί ένα-ένα στραγγάλισαν τα παιδιά.

Ο Λεόντιος, εγγονός του παπα-Γιώργη και γιος του αντάρτη Σταμπολίδη Γεώργιου, ήταν 8 χρονών. Οι συνομήλικοί του δεν ήταν στο πρόγραμμα εκτέλεσης. Είχε όμως τραυματιστεί και το τραύμα τού δημιουργούσε πόνο και υψηλό πυρετό. Παραμιλούσε και πότε-πότε έβγαζε κραυγή πόνου. Ένας αντάρτης τον άρπαξε από την αγκαλιά της μάνας του και χούφτωσε το λαιμό του να τον πνίξει.

Για μια στιγμή φάνηκε πως όλα είχαν τελειώσει. Η μάνα, Σοφία Σταμπολίδου (Κοτζά Σοφία), από ένστικτο όρμησε πάνω του. Ένας άλλος αντάρτης πήρε τον Λεόντιο στα χέρια του μισοπεθαμένο και με διάφορες κινήσεις σαν πρώτη βοήθεια τον συνέφερε. Τον έσωσε. Μετά την Ανταλλαγή ο Λεόντιος με τους γονείς του εγκαταστάθηκε στο Βατόλακκο Γρεβενών.

Μετά από μερικές δεκαετίες τον επισκέφτηκαν ο παραλίγο «φονιάς» και ο «σωτήρας» του. Ο Λεόντιος ήταν παπάς του χωριού στο Βατόλακκο, ενώ αυτοί είχαν εγκατασταθεί στα χωριά της Κατερίνης.

Διηγήθηκαν το περιστατικό και γελούσαν. Δεν έλειψαν και τα κλάματα από τη συγκίνηση που έφερε η ανάμνηση πονεμένων χρόνων. (Πηγή: Αναστάσιος Λ. Σταμπουλίδης, Βατόλακκος: Οι ρίζες μας, εκδ. Ινφογνώμων.)

Άτακτες στρατιές αιμοσταγών τσετών σφράγισαν την ιστορία του ποντιακού ελληνισμού…

pontos-news.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here